πηγάδα

πηγάδα
η большой колодец

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "πηγάδα" в других словарях:

  • πηγάδα — η, Ν πλατύ, μεγάλο πηγάδι, από το οποίο η άντληση τού νερού γίνεται με μηχάνημα. [ΕΤΥΜΟΛ. < πηγάδι + μεγεθ. κατάλ. α (πρβλ. κανάτ α)] …   Dictionary of Greek

  • πηγάδα — η μεγάλο πηγάδι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πηγάδα — πηγάς hoar frost fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Maro Douka — Born 1947 Chania, Greece Occupation Novelist Nationality Greek …   Wikipedia

  • Meligalas — Μελιγαλάς Location …   Wikipedia

  • Δούκα, Μάρω — Χανιά 1947 –). Λογοτέχνης. Σπούδασε αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 1974 κυκλοφόρησε η πρώτη της συλλογή διηγημάτων με τίτλο Η Πηγάδα, Κάτι άνθρωποι, Που ‘ναι τα φτερά. Θεωρείται από τις σημαντικότερες εκπροσώπους του σύγχρονου… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»